English - Under Construction
βιογραφικόδραστηριότηταετυμοπερίεργαγνωστά έργαεργογραφίαάρθρα/μελέτεςοπτικοακουστικό υλικό
επιφυλλίδαεπικαιρότηταλεξιλόγιοεπικοινωνία
| Share
 
 ʼρθρα
 
 Μελέτες
 
 Από τα κείμενά μου
  

Η χρήση τού λεξικού στη διδασκαλία τής γλώσσας μας.

1. Γενικά

        «Τὸ πρῶτο βιβλίον ἑκάστου ἔθνους εἶναι τῆς γλώσσης του τὸ Λεξικόν, ἤγουν ἡ συνάθροισις καὶ ἔρευνα τῶν συμβόλων μὲ τὰ ὁποία ἐκφράζει τὰς ἰδέας του» (Αδαμάντιος Κοραής).
Θα αρχίσω λέγοντας ότι ο λεξικογράφος συλλέγει, ερευνά, επεξεργάζεται, ταξινομεί και συστηματοποιεί τα «άγια των αγίων», τα σύμβολα με τα οποία εκφράζεται ένας λαός, τα σύμβολα με τα οποία εκφράζεται ένα έθνος. Γι’ αυτό και ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Γιατί ένα λεξικό μπορεί να αναδείξει αυτά τα σύμβολα, τη σκέψη και τη γλώσσα ενός λαού, ή μπορεί να τα υποβαθμίσει: να υποβαθμίσει την ποιότητα τής σκέψης, τής έκφρασης και τής ιστορίας που περνάει μέσα από τη γλώσσα ενός λαού. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ευθύνη τού Έλληνα λεξικογράφου, γιατί η ελληνική γλώσσα έχει μια προφορική παράδοση 4.000 ετών και μια γραπτή παράδοση τουλάχιστον 3.500 ετών! Αυτό σημαίνει ότι έχει μια καλλιέργεια μοναδική, αφού μέσα από αυτή τη γλώσσα έχουν εκφρασθεί τα μεγαλύτερα πνεύματα που έχουν περάσει απ’ αυτόν κόσμο, αυτά που έχουν συλλάβει τις πιο βαθιές έννοιες και τις έχουν εκφράσει με λέξεις, οι οποίες εν συνεχεία «μπόλιασαν» –όρος τού Κοραή– όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες αρχικά και διά των ευρωπαϊκών γλωσσών όλες σχεδόν τις γλώσσες τού κόσμου από τα χρόνια τής Αναγέννησης.
        Επομένως, η γλώσσα μας είναι η δύναμη και η αδυναμία μας. Δύναμη γιατί έχει αυτή την εκφραστική καλλιέργεια και αυτό τον πλούτο, που μας βοηθάει να δηλώσουμε και τις πιο λεπτές έννοιες. Αδυναμία μας γιατί θα πρέπει αυτή τη γλώσσα να την κατακτήσουμε και να την δαμάσουμε. Αλλά το να δαμάσεις αυτό τον γίγαντα, που είναι η ελληνική γλώσσα, είναι έργο ασύλληπτο και άνισο για τον λεξικογράφο. Ωστόσο, είναι μια πρόκληση για συνεχή διανοητική και γλωσσική πάλη. Σ’ αυτή την πάλη αποδυθήκαμε για μια ακόμη φορά και πιστεύω ότι κάτι καινούργιο μπορέσαμε να δώσουμε.
        Για να μιλήσεις για μια γλώσσα, να την προβάλεις, να την καλλιεργήσεις και να την φέρεις κοντά στους ανθρώπους, χρειάζονται πρώτα-πρώτα επιστημονικές μελέτες, έρευνες, αυτά δηλ. που κάνουν οι γλωσσολόγοι στη χώρα μας, από τον Γ. Χατζιδάκι που ίδρυσε τη γλωσσολογία στην Ελλάδα μέχρι τόσους ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην υπόθεση τής γλώσσας. Από ’κει θα βγουν τα λεξικά, οι γραμματικές, η σωστή διδασκαλία τής γλώσσας. Και το κυριότερο από ’κει θα αναδυθεί η ευαισθησία απέναντι στη γλώσσα, στη γλώσσα όχι ως εργαλείο αλλά ως αξία, ως ταυτότητα, ως ιστορία, ως έκφραση, ως νοοτροπία, αυτό δηλαδή που είμαστε ως έθνος, ως λαός. Όλα αυτά είναι η γλώσσα και το θέμα τής διδασκαλίας τής γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθοριστικό θα έλεγα.


2. Το λεξικό ως μέσο διδασκαλίας τής γλώσσας

        Θα ήθελα να διατυπώσω μερικές σκέψεις για το πόσο και πώς μπορεί να βοηθήσει ένα λεξικό στη διδασκαλία τής γλώσσας. Καταρχήν η διδασκαλία τής γλώσσας χρειάζεται πολλαπλή προσέγγιση. Να διδάξεις δομές (δηλ. γραμματική), να διδάξεις λειτουργίες (δηλ. σύνταξη), να διδάξεις χρήσεις (δηλ. επικοινωνία) και να τα διδάξεις όλα αυτά μαζί, μέσα από το λεξιλόγιο μιας γλώσσας. Γιατί τα «σύμβολα», όπως τα ονομάζει ήδη ο Κοραής, τα «σημεία» όπως τα προσδιόρισε ο Saussure, ακολουθώντας τους Στωικούς είναι οι λέξεις τής γλώσσας που «σημαίνουν», που δηλώνουν σημασίες ή, αλλιώς, πληροφορίες. Τα πάντα είναι λέξεις. Η γλώσσα είναι δομημένες λέξεις. Το κείμενο είναι ένα συνεκτικό σύνολο λέξεων και συγχρόνως ένα μήνυμα που είναι πέρα από τις λέξεις. Και το μόνιμο ερώτημα είναι πώς μπορούμε να διδάξουμε τη γλώσσα. Η μέθοδος που διδάσκουμε σήμερα τη γλώσσα στα σχολεία είναι η λεγόμενη δομολειτουργική και επικοινωνιακή γραμματική: γραμματική και σύνταξη από τη μια, χρήσεις από την άλλη. Και με το λεξιλόγιο τι κάνουμε; Πόσο διδάσκουμε λεξιλόγιο και πού; Το λεξιλόγιο το διδάσκουμε στα βιβλία τού Γυμνασίου («Ελληνική Γλώσσα»), όπου κάποια κομμάτια έχουν να κάνουν με λεξιλόγιο και μαζί με παραγωγή και σύνθεση. Αλλά όλα αυτά είναι πολύ αποσπασματικά, πολύ φορμαλιστικά. Είναι μορφοκρατικά δοσμένα ώστε συνήθως απωθούν παρά θέλγουν. Χρειάζεται πολλή δουλειά μέχρι να μπορέσουμε να δώσουμε καλύτερα βοηθήματα για τη διδασκαλία τής ελληνικής γλώσσας.
        Ο δεύτερος χώρος που έχει να κάνει με διδασκαλία των λέξεων είναι τα κείμενα. Τα κείμενα που παράγουμε, οι «εκθέσεις» τού σχολείου, τα κείμενα γενικότερα που προσλαμβάνουμε ό,τι κείμενο διαβάζουμε και επεξεργαζόμαστε. Στα κείμενα όμως περνάμε, δεν πρέπει να το ξεχνούμε, μέσα από τις λέξεις.
        Ο τρίτος χώρος είναι τα λεξικά. Τα ερμηνευτικά λεξικά, οι λεξιλογικοί θησαυροί, αυτά όπου όλα αυτά καταγράφονται, δέχονται επεξεργασία και συστηματοποιούνται. Αυτό το τρίτο κομμάτι έχει μείνει έξω από το σχολείο, έξω από τη διδασκαλία, έξω από τον δάσκαλο, δημιουργώντας ένα μεγάλο κενό. 
        Γιατί διδάσκουμε, αλήθεια, τη γλώσσα στο σχολείο; Πρώτον, για να εμπλουτίσουμε τα Ελληνικά μας. Γιατί το παιδί όταν πηγαίνει στο σχολείο, ξέρει ήδη τη γλώσσα. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να εμπλουτίσουμε τον «κώδικά» του, τα Ελληνικά του. Δεύτερον, να συνειδητοποιήσει το παιδί αυτά που ασυνείδητα κάνει. Ξέρει να κλίνει ένα ρήμα, αλλά δεν ξέρει «πότε» και «γιατί» το χρησιμοποιεί. ʼρα, η συνειδητοποίηση των φαινομένων τής Γραμματικής είναι κύριο σημείο στη διδασκαλία. Και τρίτον, να μάθει να παράγει και να προσλαμβάνει κείμενα, δηλαδή λόγο. Σε αυτό τον χώρο, σ’ αυτήν την επιδίωξη, πόσο μπορούν να βοηθήσουν τα λεξικά; Πόσο όμως χρησιμοποιούνται τα λεξικά και αξιοποιούνται στην εκπαίδευση και γενικότερα στη διδασκαλία τής γλώσσας; Μήπως είναι λεξικά που έχουμε μόνο στο ράφι μιας βιβλιοθήκης; Τι κάνει ο δάσκαλος, για να τα αξιοποιήσει;


3. Πρόταση διδασκαλίας με αξιοποίηση τού λεξικού στην τάξη

        Προτείνω να χρησιμοποιήσουμε τα Λεξικά μέσα στην τάξη. Να υπάρχουν πάνω στο θρανίο τού μαθητή την ώρα τού μαθήματος. Να αξιοποιηθούν διδακτικώς μέσα από πολλαπλές προσεγγίσεις.
(α) Εννοιολογική προσέγγιση. Δεν υπάρχει πιο ελκυστικό εγχείρημα αλλά και πιο δύσκολη πνευματική δοκιμασία από το να δώσεις τον ορισμό μιας λέξης. Αν κάτι έχουμε πετύχει όσοι έχουμε συντάξει λεξικά, είναι να δώσουμε τους ορισμούς των λέξεων. Πώς όμως μπορεί να αξιοποιηθεί η διαδικασία τού ορισμού μέσα στην τάξη; Φαντασθείτε π.χ. έναν δάσκαλο που ρωτάει τα παιδιά στην τάξη τι είναι «βαλίτσα» και πώς μπορούμε να ορίσουμε τη σημασία αυτής τής λέξης. Πιθανός ορισμός ενός παιδιού: «βαλίτσα είναι μια τσάντα που βάζουμε μέσα ρούχα και διάφορα αντικείμενα για να πάμε ταξίδι». Σωστό είναι αυτό, απαντά ο δάσκαλος. Για να το δούμε όμως καλύτερα. Τι θα πει τσάντα; Είναι η τσάντα που κρατάει η μητέρα σου ή αυτή που πάω να ψωνίσω; Ας βρούμε μια καλύτερη λέξη: Σάκος για ταξίδι. Πες το καλύτερα: Ταξιδιωτικός σάκος. Μιλάμε για πράγματα, για ρούχα κ.λπ., βρες έναν άλλο, πιο γενικό τρόπο να το πεις: Ατομικά είδη. Και όλα αυτά τι τα κάνουμε με τον ταξιδιωτικό σάκο; Τα μεταφέρουμε. ʼρα: «βαλίτσα είναι ένας ταξιδιωτικός σάκος για τη μεταφορά ατομικών ειδών». Βλέπουμε δηλαδή ότι δάσκαλος και παιδί λένε το ίδιο πράγμα, αλλά βάζεις το παιδί να σκεφτεί μέσα από έννοιες πιο γενικές, πιο περιεκτικές, πιο δηλωτικές. Και έτσι οικοδομείται σιγά-σιγά ο ορισμός, αυτή η δύσκολη κατεξοχήν πνευματική διεργασία στη γλώσσα μας. Περαιτέρω, αν ένα λεξικό δίνει και άλλες πληροφορίες, όπως προκειμένου πάλι για τη σημασία «βαλίτσα», ότι είναι ένας ταξιδιωτικός σάκος που έχει παραλληλόγραμμο συνήθως σχήμα, που έχει σκληρά τοιχώματα, που έχει λαβή κ.ά. Αυτά μπορούν να προστεθούν. Αλλά αυτά είναι λεπτομερή στοιχεία. Τα βασικά στοιχεία είναι τα πρώτα. Αυτό που προέχει είναι να μάθεις στο παιδί πώς να δουλεύει με ορισμούς. Πώς μπορείς να το κάνεις αυτό; Ζήτησε από τους μαθητές να ορίσουν μια λέξη. Μετά βάλε τους να διαβάσουν τον ορισμό που δίνει το λεξικό. Και συζήτησε μαζί τους. Γιατί το λες έτσι; ʼλλαξε αυτή τη λέξη, βάλε κάτι γενικότερο. Αυτή η διαδικασία διδασκαλίας τού ορισμού μπορεί να γίνει μέσα από το λεξικό.
(β) Σημασιολογική προσέγγιση. Μπορείς να ξεκινήσεις παίζοντας και να ρωτήσεις τα παιδιά: Το ρήμα «παίζω», που όλοι σας το χρησιμοποιείτε συνεχώς, πόσες σημασίες έχει; Ένα παιδί θα πει τρεις, άλλο δύο, άλλο πέντε. Τότε θα βάλεις το παιδί να ανοίξει ένα λεξικό, π.χ. το δικό μου λεξικό, και θα δει με έκπληξη ότι έχει 16 σημασίες! Ποιες είναι αυτές; Θα ζητήσεις να διαβάσει τις σημασίες. «Μα αυτό δεν είναι σημασία, είναι πως χρησιμοποιούμε τη λέξη», θα παρατηρήσει ένα παιδί. Σου δίνεται τότε η ευκαιρία να πεις, ξεκινώντας από τον Βιτγκενστάιν, τι θα πει σημασία. Σημασία είναι η χρήση των λέξεων. Η χρήση ρυθμίζει τη σημασία. Περνάς έτσι πολύ γρήγορα σ’ ένα θεωρητικό κομμάτι, αλλά αυτό που μένει είναι ότι η συγκεκριμένη λέξη έχει αυτές τις 16 σημασίες! Παράλληλα, αποκαλύπτεις στο παιδί τον κόσμο τής γλώσσας. Καταλαβαίνει το παιδί, στην πράξη, τι θα πει οικονομία στη γλώσσα: ότι χρησιμοποιεί μία λέξη, για να πει πολλά πράγματα. Αν η γλώσσα δεν ήταν έτσι, τότε θα χρειάζονταν χιλιάδες, εκατομμύρια λέξεις, για να δηλώσουμε όλες τις σημασίες, για να επικοινωνήσουμε. Πρόκειται μάλιστα για σημασίες οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους, συνιστούν σημασιολογικές οικογένειες, με παρόμοια, τροποποιημένη ή αντίθετη σημασία, με ομοιότητες ή διαφορές, γι’ αυτό μπορεί και να τις μαθαίνει και να τις ανακαλεί στη μνήμη του, να τις θυμάται. Μαθαίνουμε, λοιπόν, παίζοντας. Επιτρέψτε μου μια παρέμβαση, χρήσιμη νομίζω. Η παιδεία και η παιδιά πάνε μαζί. Και μαζί με το παίζω ανάγονται στο παιδί. Θα άξιζε κανείς να πει ότι μία από τις λέξεις που εμφανίζονται πολύ νωρίς στην ελληνική γλώσσα είναι το ρήμα παίζω, αλλά με άλλη σημασία. Η πρώτη επιγραφή που έχουμε, η επιγραφή τού Διπύλου (η πρώτη ελληνική επιγραφή, τού 8ου αιώνος) αναφέρει: «ὅς νυν ὀρχηστῶν πάντων ἀταλώτατα παίζει», όπου το «παίζει» για τους ορχηστές, τους «χορευτές», δεν σημαίνει «παίζει» αλλά «χορεύει». Η αρχική σημασία τού παιδιού που χοροπηδάει, είναι η πρώτη σημασία. Μετά προχωρεί και στις άλλες σημασίες: παιδί-παιδεύω-παιδεία-παιδιά-παίζω, ένα σύνολο σημασιών-λέξεων που ο δάσκαλος μπορεί εύκολα να αξιοποιεί, αποκαλύπτοντας στους μαθητές τον κόσμο τής γλώσσας.
(γ) Συνταγματική προσέγγιση (η λέξη μέσα στη φράση): «άνοιξε παιδί μου το λεξικό, όποιο λεξικό έχεις και πήγαινε πάλι στο λήμμα παίζω και δες τι φράσεις έχουμε με το παίζω». Θα αρχίσει λοιπόν το παιδί να διαβάζει τις φράσεις και να ακούνε τα άλλα παιδιά: «παίζω το παιχνίδι κάποιου», «παίζω άσχημο παιχνίδι», «παίζω σκοτεινά, βρώμικα, ύποπτα παιχνίδια εις βάρος κάποιου», «παίζω κάτι στα δάχτυλα», «παίζουμε τις κουμπάρες;», «παίζουμε την κολοκυθιά», «παίζω με τις λέξεις», «παίζω με τα λόγια», «παίζω όπως η γάτα με το ποντίκι», «παίζω με τα νεύρα κάποιου», «παίζω με τον πόνο κάποιου», «παίζω με τη φωτιά», «παίζω εν ου παικτοίς». Εδώ αρχίζει να ανεβαίνει το επίπεδο και πρέπει το παιδί να καταλάβει ότι υπάρχουν επίπεδα επικοινωνίας. Και σ’ ένα επίπεδο υψηλότερο μπορεί να χρησιμοποιήσει τέτοιες φράσεις. Και παρακάτω ακόμη θα ακούσει και το «παιδία παίζει». Και πρέπει εκεί να πεις δυο λόγια. Και θα πεις για το «παίζω ρόλο», «παίζω θέατρο», «παίξε γέλασε», «όχι παίζουμε» κ.λπ. Η φράση, δηλαδή η συνδυαστικότητα των λέξεων, η συνταγματική σχέση, όπως έλεγε ο Saussure, είναι η κύρια σχέση των λέξεων τής γλώσσας, εκεί που οι λέξεις συνδέονται μεταξύ τους, γιατί δεν υπάρχει γλώσσα με μια λέξη ή με μεμονωμένη λέξη, αλλά με σύνολο λέξεων που έχουν συντακτική και γραμματική δομή, αυτά που τα δένει. Όλα αυτά μπορείς να τα δείξεις μέσα από τη φράση, να καταλάβει το παιδί ότι δεν είναι η λέξη μόνη της αλλά συνδυασμένη και ότι δηλώνει πράγματα στη γλώσσα. Και κάθε στοιχείο στη γλώσσα έχει πολλές φράσεις, φραστικές σημασίες. Και με βάση αυτά να διδάσκεις μ’ έναν τρόπο ζωντανό και ελκυστικό, που θα τον ανακαλύπτει το ίδιο το παιδί, ψάχνοντας το όποιο λεξικό. Θα το βρίσκει, θα το χαίρεται, θα το επισημαίνει και θα το μαθαίνει. ʼντε να τα πεις εσύ όλα αυτά, να βάλεις το παιδί και να του λες ότι π.χ. το «παίζω» έχει εκείνο…. και εκείνο… και εκείνο…. Αυτό κάνει στο σχολείο το βιβλίο «Ελληνική Γλώσσα», που έχει ως ξεκίνημα όλες τις φράσεις, πράγμα χρήσιμο, αλλά άλλο αυτός ο καταιγισμός ο οποίος απωθεί και άλλο να τα βρίσκει το παιδί (να βρει μια φράση, να θυμηθεί μια άλλη). Έτσι ένα λεξικό μπορεί να βοηθήσει.
        Σήμερα στην εκπαίδευση μιλάμε για την περίφημη διαθεματική προσέγγιση. Πώς δηλαδή το παιδί θα δει κάτι σε διαφόρους χώρους, σε διάφορα γνωστικά πεδία, ώστε να ξέρει ότι η γνώση είναι ενιαία και δεν χωρίζεται σε ιστορία, σε φυσική, σε χημεία, σε βιολογία κ.λπ. Πάλι με το λεξικό, μ’ έναν απλό τρόπο μπορείς να τα δείξεις όλα αυτά. Του λες να ανοίξει ένα λεξικό στο λήμμα «δύναμη». Το ανοίγει και βλέπει εκεί, χωρίς να τού κάνεις μεγάλες θεωρίες, ότι πέρα από όσα λέμε για τη σημασία τής λέξης, θα δει και στην Ιστορία π.χ. τις Μεγάλες Δυνάμεις, ποιες είναι οι Μεγάλες Δυνάμεις κ.λπ., θα δει πώς χρησιμοποιείται ο όρος στα Μαθηματικά π.χ. λέμε «δύναμη τού αριθμού α», ορίζουμε τι θα πει αυτό κ.λπ., στη Φυσική πάλι κατεξοχήν μιλάμε για δυνάμεις π.χ. ηλεκτρεγερτική δύναμη που χρησιμοποιούμε για τις μπαταρίες κ.λπ. Με όλα αυτά βλέπουμε πώς συνδέονται κάποια πράγματα, πώς η γλώσσα τα εκφράζει όλα, αυτή δηλαδή την διαθεματική προσέγγιση η οποία δεν μπορεί να είναι θεωρία αλλά πρέπει να είναι πράξη και να φαίνεται μέσα από θέματα τής γλώσσας.
        Πάμε στο μεγάλο θέμα που είναι τα συνώνυμα. Η πολυτέλεια τής ανθρώπινης σκέψης, η φινέτσα και η λεπτότητα είναι τα συνώνυμα. Λες, λοιπόν, πάλι στο παιδί να ανοίξει το λεξικό και να βρει τη λέξη «δύναμη». Πώς αλλιώς το λέμε; Σηκώνει ένα παιδί το χέρι και απαντά: «ισχύς». Πολύ σωστά. Τι άλλο; Λέει ό,τι άλλο υπάρχει, π.χ. «ρώμη». Είναι το ίδιο η «ρώμη» με τη «δύναμη»; Η λέξη «ρώμη» είναι η σωματική δύναμη. Η λέξη «ισχύς», το «εξουσία» είναι το ίδιο με την «ρώμη»; Όχι. Το «ψυχικό σθένος» είναι το ίδιο; Πού διαφέρει; Πώς χρησιμοποιείται; Ας δούμε αυτό το λεπτό, επικοινωνιακό στοιχείο τής γλώσσας μέσα από ένα λεξικό˙ όλα αυτά τα πράγματα αντιμετωπίζονται από όλα τα λεξικά με τον δικό τους τρόπο. Εμείς απλώς εδώ, σ’ αυτό το λεξικό, προσπαθήσαμε να τα αναδείξουμε ανάγλυφα να τα συνδέσουμε και να τα συστηματοποιήσουμε καλύτερα για τη διδακτική πράξη.
        Δομική προσέγγιση: Έχεις το λήμμα «ουρανός». Ανοίγεις οποιοδήποτε λεξικό και σου δίνει την πληροφορία: «ουρανός», πληθυντικός «ουρανοί» και «ουράνια». Εκεί λοιπόν μπορείς να τον στείλεις σε μια γραμματική (π.χ. τη γραμματική τού σχολείου), εμείς εδώ στο λεξικό έχουμε βάλει γραμματική. Θα πάει λοιπόν στα ουσιαστικά και θα δει ότι όπως λέμε ουρανός, ουρανοί και ουράνια, το ίδιο λέμε ο λόγος, οι λόγοι, τα λόγια, ο χρόνος, οι χρόνοι, τα χρόνια και σε μερικές λέξεις υπάρχει διαφορά όπως ο καπνός, οι καπνοί, τα καπνά, ο δεσμός, οι δεσμοί, τα δεσμά. Εκεί, λοιπόν, μπορεί το παιδί πια να βλέπει πώς η δομή, η γραμματική τής γλώσσας, είναι μια δυνατότητα για να διαφοροποιήσει ή να μην διαφοροποιήσει σημασιολογικά τις λέξεις. Και βεβαίως άλλο είναι οι ουρανοί κι άλλο τα ουράνια ως προς τη χρήση και το ύφος. Βλέπουμε δηλαδή ότι βγαίνουνε πάρα πολλά πράγματα για τη δομή τής γλώσσας, των λέξεων κ.λπ. Μιλώντας για δομή, παράγωγα, λέμε στον μαθητή να ανοίξει το λεξικό, να βρει, να σημειώσει και να γράψει τα παράγωγα και τα σύνθετα τής λέξης «ουρανός». Θα ανοίξει λοιπόν το όποιο λεξικό και θα βρει το «ουρανός», το «ουράνιο τόξο», το «ουράνιος», το «ουρανίσκος» -και θα καταλάβει γιατί λέγεται «ουρανίσκος»-, το «ουρανοκατέβατος», το «ουρανοξύστης», το «ουρανομήκης» κ.λπ. Έτσι, θα αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα το οποίο παράγει, συνθέτει και δημιουργεί. Κι αν ο δάσκαλος θέλει το λήμμα «ουρανός» να το κάνει δεύτερο συνθετικό, θα βρει το «επουράνιος», το «υπερουράνιος» κ.ο.κ. Και θα πει στον μαθητή ότι σ’ αυτό το μικρό λεξικό δεν μπορεί να βρει όλες τις λέξεις, γι’ αυτό καλό είναι να ανοίξει και ένα μεγάλο λεξικό. Και ανοίγοντας το, θα βρει πολύ περισσότερες λέξεις. Κι αν τον στείλει και σ’ ένα λεξικό ολόκληρης τής Ελληνικής, στον Δημητράκο, θα βρει αρχαίες και μεσαιωνικές και νεότερες λέξεις. Το ίδιο και στον «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα» που θα βρει ολόκληρης τής γλώσσας.
        Να, λοιπόν, πώς μπορεί το παιδί από μόνο του να ανακαλύπτει, να επισημαίνει και να συνειδητοποιεί τα συστήματα τής γλώσσας μέσα από το λεξικό σύστημα. Και εκεί επάνω μπορείς να κάνεις και μια άλλη προσέγγιση, μια διαγλωσσική προσέγγιση. Φέρε παιδί μου εδώ ένα ξένο λεξικό, τής Αγγλικής (π.χ. Webster, Oxford κ.λπ.) και άνοιξε στη λέξη «ουρανός». Εκεί θα δει ότι έχουμε το “uranus” και το “urania” και το “uranian” και παρακάτω το “uranium” και το “uranic” (και μάλιστα το “uranic 1” και το “uranic 2”). Το “uranic 1” έχει να κάνει με το «ουράνιο». Διότι η γλώσσα μπορεί να τα διακρίνει αυτά. Από το «ουράνιο» το επίθετο είναι «ουρανιακός», ενώ από το «ουρανός» το επίθετο είναι «ουρανικός». Γι’ αυτό οι ξένοι φτιάχνουν το uranic1 και το uranic2, χωρίζοντάς τα με νούμερα. Μπορούμε ακόμη να δούμε το “uraninite”, “uranyl”, “uranography”, “uranology”, “uranometry” κ.ά. Και με όλα αυτά θα αρχίσει να καταλαβαίνει ο μαθητής τι πέρασε από την Ελληνική στις άλλες γλώσσες, χωρίς να λες θεωρίες. Και πηγαίνοντας και σ’ ένα γαλλικό λεξικό (π.χ. τού Robert) και γνωρίζοντας και το ελληνικό και το αγγλικό, θα δει ότι το γαλλικό έχει τις ίδιες λέξεις περίπου με τα άλλα δύο, αλλά οι Γάλλοι έφτιαξαν και το “uranifere”, το “uranoplastic”, το “uranoscope” καθώς και πολλές άλλες λέξεις, όλες από τα Ελληνικά. Να, λοιπόν, και άλλες λέξεις, όλες από τα ελληνικά, όπως και η σύγκριση, πώς είναι ο ουρανός, πώς είναι το ουράνιο, τι δίνει, κ.λπ., μέσα από τη χρήση ενός απλού λεξικού, πάνω στο γραφείο τού παιδιού, από έναν καταρτισμένο και ευαισθητοποιημένο δάσκαλο. Και εδώ αρχίζει και η ευθύνη των Πανεπιστημίων στο πόσο ευαισθητοποιούμε τον δάσκαλο να λειτουργήσει έτσι. Διότι ο εμπνευσμένος δάσκαλος θα το κάνει από μόνος του, αλλά οι περισσότεροι δεν θα το κάνουν. Γι’ αυτό θα πρέπει να έχουμε μια μεθοδολογία στη διδασκαλία τής ελληνικής ως μητρικής γλώσσας. 
        Κυρίες και κύριοι, το πρώτο βιβλίο τού έθνους δυστυχώς ακόμη δεν υπάρχει. Γιατί το πρώτο βιβλίο τής ελληνικής γλώσσας θα ήταν αυτό που οραματίσθηκε ο Χατζιδάκις όταν ιδρύθηκε η Ακαδημία Αθηνών. Τότε, το 1921, για να γιορτάσουν τα 100 χρόνια τής απελευθέρωσης, ήθελαν να υπάρχει ένα λεξικό ολόκληρης τής ελληνικής γλώσσας. Έτσι ο Χατζιδάκις έπεισε τον Ελ. Βενιζέλο να ιδρύσει στην Ακαδημία Αθηνών το Κέντρο τής Ελληνικής Γλώσσας και να εκδώσουν το Λεξικό. Βεβαίως ήταν μια εξωπραγματική σύλληψη. Να βάλεις όλη την ελληνική γλώσσα (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και να κάνεις ένα Λεξικό ολόκληρης τής γλώσσας που θα δείχνει τη συνέχεια και να έχουμε ένα τεράστιο έργο το οποίο τελικά δεν μπόρεσε να γίνει. Και έτσι ναυάγησε. Όμως, έχουμε ένα πολύ καλό λεξικό τής αρχαίας, το Liddell, Scott και Jones. Για τα μεσαιωνικά έχουμε μια σειρά από λεξικά, με τελευταίο τού καθηγητή Κριαρά για τα δημώδη μεσαιωνικά. Για τα λόγια έχουμε άλλο και για την νέα ελληνική μια σειρά λεξικών που ανέφερα. Όλα αυτά θα ήταν έργο ιστορικό και εθνικό να τα πραγματοποιήσει ένας θεσμικός φορέας όπως η Ακαδημία Αθηνών ή ένα Πανεπιστήμιο (για το Πανεπιστήμιο τα πράγματα είναι πιο δύσκολα γιατί έχει και πολλά άλλα να κάνει), ώστε κάποια στιγμή αυτός ο τόπος, αυτή η χώρα, να αποκτήσει το πρώτο βιβλίο, κατά τον Κοραή, όπου θα είναι ολόκληρη η ελληνική γλώσσα, δηλαδή σαν τού Δημητράκου, μόνο που τού Δημητράκου βασίζεται σε ξεπερασμένα σήμερα λεξικά, στο παλιό Liddell-Scott. Τότε δεν υπήρχε λεξικό τής δημώδους, δεν υπήρχαν καλά νεοελληνικά λεξικά. Τώρα όλα αυτά που υπάρχουν μπορούν με σχετική ευκολία να οδηγήσουν σ’ ένα λεξικό ολόκληρης τής ελληνικής γλώσσας και θα είναι το πρώτο βιβλίο αυτού τού τόπου, αυτής τής χώρας, ανάλογο με τη γλώσσα μας.
 



« επιστροφή


2009 - 2021 | | |  RSS |
Powered by Webiz