English - Under Construction
βιογραφικόδραστηριότηταετυμοπερίεργαγνωστά έργαεργογραφίαάρθρα/μελέτεςοπτικοακουστικό υλικό
επιφυλλίδαεπικαιρότηταλεξιλόγιοεπικοινωνία
| Share
 
 ʼρθρα
 
 Μελέτες
 
 Από τα κείμενά μου
  

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ν. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΠΟΥΔΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


Στις 29 Φεβρουαρίου τού 1929, στην Αίθουσα τής Ακαδημίας Αθηνών, το καύχημα τής Κρήτης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε τής χώρας, με σεβασμό και με φωνή παλλόμενη από συγκίνηση προσφωνούσε μιαν από τις μεγαλύτερες μορφές του Νέου Ελληνισμού, τον Γεώργιο Χατζιδάκι, μ’ αυτά τα λόγια:

«Σεβαστὲ διδάσκαλε, πολύτιμε φίλε,
Δὲν ἔχεις ἀνάγκην νὰ σὲ βεβαιώσω μὲ πόσην ἐξαιρετικὴν χαρὰν ἐδέχθην τὴν πρόσκλησιν τῆς Ἀκαδημίας, ὅπως παραστῶ εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασίν της, ἵνα ἐπὶ τῇ ευκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ὀγδοηκοστῆς ἐπετηρίδος σου σοῦ φέρω τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ μέγα ἐπιστημονικὸν ἔργον σου καὶ τῆς ευλαβείας με τὴν οποίαν χαιρετίζει αύτη τὴν ἐπὶ τόσας δεκάδας ἐτών ἐξαίρετον διδακτικήν σου δράσιν.
Υπῆρξες ἐκ των διδασκάλων ἐκείνων του Εθνικού, καὶ τελευταῖον τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Πανεπιστημίου, οἵτινες συνετέλεσαν ὅπως λαμπρυνθοῦν τὰ ἀνώτατα ἐπιστημονικά μας ἱδρύματα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἐν γένει ἐπιστήμη ἔξω τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅλος ὁ βίος σου, ὄχι μόνον ὁ ἐπιστημονικός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος, ἀποτελεῖ λαμπρὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ δεικνύομεν πρὸς μίμησιν εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν.
Διότι δὲν ὑπῆρξες ἱεροφάντης ἁπλῶς τῆς ἐπιστήμης, ἥτις ἀναγκαίως ἔχει διεθνῆ μᾶλλον χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ πατριώτης θερμουργός, ὅστις προήσπισε τὰ ἑλληνικὰ δίκαια ὄχι μόνον διὰ τῆς γραφίδος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ὅπλου, ὁσάκις παρουσιάσθη ἀνάγκη.
Ἡ Κυβέρνησις εὔχεται ἐκ βάθους ψυχῆς ὅπως ζήσῃς ἔτη μακρὰ ακόμη, ὅπως ὑπερβῇς καὶ αὐτὰ τὰ ἔτη τοῦ πατρός σου καὶ ὅπως πρὶν ἀπέλθεις ὁριστικῶς τοῦ κόσμου ἴδῃς τὴν Ἑλλάδα τοιαύτην ὁποίαν ἡ πατριωτική σου ψυχὴ τὴν ὠνειροπόλησεν.»

Με τα λίγα μεστά αυτά λόγια ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν τιμούσε απλώς τον άνδρα που από χρόνια σεβόταν και θαύμαζε, αλλά σκιαγραφούσε συγχρόνως το πρότυπο τού Έλληνα πανεπιστημιακού διδασκάλου, όπως το συνελάμβανε η ευρύτητα τού νου του, ως την εξαιρετική δηλαδή εκείνη προσωπικότητα που συνδυάζει τον επιστήμονα με τον άνθρωπο, τον ερευνητή με τον αφοσιωμένο δάσκαλο, τη γενναία επιστημονική προσφορά με το υψηλό εθνικό φρόνημα, τον υπερασπιστή τής επιστημονικής αλήθειας με τον αγωνιστή τής ελευθερίας τής πατρίδας με δυο λόγια: την προσωπικότητα που μπορεί κανείς υπερήφανα να δείξει για παράδειγμα στους νέους. Και δεν μπορούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος να βρει καταλληλότερο παράδειγμα, όπου οι ιδιότητες αυτές να αποτυπώνονται κατά τρόπον τόσο ιδανικό, όσο στο τιμώμενο πρόσωπο εκείνης τής βραδιάς, τον Γεώργιο Χατζιδάκι, το εκλεκτό τέκνο τής μεγαλονήσου, που γεννήθηκε πριν από 130 χρόνια στο μικρό χωριό Μύρθιο τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου, απ’ όπου έφυγε σε ηλικία 20 ετών, για να δοξάσει αργότερα διεθνώς το όνομα τής ελληνικής επιστήμης και τής Ελλάδας.

1. Το ζήτημα τής καταγωγής τής νεοελληνικής γλώσσας
Ο Γεώργιος Χατζιδάκις (τού οποίου το επώνυμο οφείλεται στην ιδιορρυθμία κάποιου σχολάρχη τού Ρεθύμνου, που έτσι αυθαίρετα, επειδή δεν τού άρεσε το όνομα «Χατζή Χαρκιάς» τού πρωτοτόκου γιου τής οικογένειας, τού Ιωάννη, το μετέτρεψε σε Χατζιδάκις, όνομα που γενικεύτηκε μετά για όλη την οικογένεια) ανήκει στις σπάνιες εκείνες μορφές, που σημαδεύουν τη φυσιογνωμία ενός Έθνους. Δεν έχει ακόμη γραφεί οριστικά η ιστορία τού Νέου Ελληνισμού που θα αξιολογήσει, βάσει τής επιβίωσης και τής γενικότερης καταξίωσης τού έργου τους, το μέτρο τής προσφοράς στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας τού Νέου Ελληνισμού επιστημονικών και πνευματικών μορφών τής στάθμης τού Αδαμαντίου Κοραή, τού Γεωργίου Χατζιδάκι, τού Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου, τού Νικολάου Πολίτη κ.ά. Γιατί, βέβαια, αν περιορίσουμε την προσφορά τού Νικολάου Πολίτη, όπως συχνά γίνεται, σ’ έναν αβαθή φολκλορισμό, αν υποβιβάσουμε το έργο τού Παπαρρηγόπουλου σ’ έναν ουτοπικό μεγαλοϊδεατισμό, αν εξισώσουμε τους αγώνες τού Χατζιδάκι με την διαμάχη για το γλωσσικό, την αντιδικία καθαρεύουσας και δημοτικής, κι αν, τέλος, υποβαθμίσουμε το κήρυγμα τού Κοραή στην έκδοση κάποιων φιλολογικών έργων στο πλαίσιο ενός ρομαντικού διαφωτισμού, δεν θα έχουμε απλώς υποτιμήσει το μέγεθος τής προσφοράς τέτοιων μορφών, αλλά θα έχουμε συγχρόνως αλλοιώσει τα βασικά συστατικά τής ιδεολογίας τού Νέου Ελληνισμού και θα έχουμε οικτρά παρερμηνεύσει τους πόθους, τους αγώνες και τις θυσίες του. Γιατί, για να επανέλθουμε στον Γ. Χατζιδάκι, αν παρακολουθήσουμε τον κεντρικό άξονα τής όλης πορείας του –επιστημονικής, ακαδημαϊκής, πολιτικής, κοινωνικής και ατομικής–, θα διαπιστώσουμε ότι συνιστά έναν ακατάπαυστο αγώνα –αγώνα με τη γραφίδα κι άλλοτε με το όπλο, όπως είπε για τον Χατζιδάκι ο Ελευθέριος Βενιζέλος–, αγώνα για την αλήθεια και την ελευθερία, δύο έννοιες αλληλένδετες στη συνείδηση τού Χατζιδάκι. Αν δε αναλογιστούμε πως η επιστημονική αλήθεια στην περίπτωση του Χατζιδάκι σκόπευε, όπως ήταν φυσικό, στη γλώσσα, τότε το μέλημα τού Σολωμού («μήγαρις πὼς ἔχω ἄλλο τι στὸν νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα») ήταν στόχος και τρόπος ζωής για τον μεγάλο γλωσσολόγο. Υπό το πνεύμα αυτό, δεν θα ήταν απλώς παράλειψη ή παραγνώριση, αλλά διαστρέβλωση τού νοήματος, των ιδανικών και τής στάσεως ζωής ενός ασυμβίβαστου αγωνιστή να στενέψουμε τα όρια τής προσφοράς του, περιορίζοντάς τα σ’ έναν περιθωριακό για τον αγωνιστή χώρο – στο γλωσσικό ζήτημα.
Κατά τη γνώμη μου, η προσφορά του Χατζιδάκι εντοπίζεται σ’ έναν βασικό στόχος στην αποκατάσταση τού πιο χαρακτηριστικού συστατικού τής εθνικής μας ταυτότητας, στην αποκάλυψη τής εθνικής μας γλώσσας, παρανοημένης, παραμελημένης και περιφρονημένης μέχρι τής εμφανίσεώς του στην επιστημονική κονίστρα τού τόπου. Να γιατί υποστηρίζω –πράγμα που θα φανεί, ελπίζω, καλύτερα απ’ όσα θα ακολουθήσουν– ότι η προσφορά τού Γ. Χατζιδάκι δεν είναι απλώς αυτή ή εκείνη η συμβολή στο «γλωσσικό» (αλήθεια, πόσο οι λέξεις υποβαθμίζουν τις έννοιες!), αλλά το γεγονός ότι ο χαλκέντερος αυτός ερευνητής και μύστης των πολύπλοκων και ανεξερεύνητων μέχρι τότε ατραπών τής γλώσσας μας οδήγησε τον τόπο σε γλωσσική αυτογνωσία, δηλαδή σε επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση τής καταγωγής, τής συνέχειας και τής δομής τής εθνικής του γλώσσας. Έτσι, ένα από τα κύρια –αν όχι το κυριότερο– στοιχείο ταυτότητας τού Νέου Ελληνισμού, η γλώσσα του, καθορίζεται, οριοθετείται, αποκαθαίρεται από πλάνες και διαστρεβλώσεις και θεμελιώνεται επιστημονικά, κατά τρόπον οριστικό και αναντίρρητο, από τη μεγαλοφυΐα τού Γ. Χατζιδάκι.
Έχει εύστοχα παρατηρηθεί από τον αείμνηστο καθηγητή τής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών Γ. Κουρμούλη ότι η προσφορά τού Γ. Χατζιδάκι στην επιστήμη δεν συνίσταται τόσο στο ότι πρώτος αυτός εισήγαγε τη γλωσσική επιστήμη στην Ελλάδα, πράγμα επίσης σημαντικό, όσο κυρίως στο ότι ήταν ο πρώτος που εθεμελίωσε τον νεοελληνικό λόγο, καθορίζοντας τη βάση και τη μεθοδολογία ερεύνης του. Για να εκτιμήσουμε την κατάσταση που συνάντησε ο Χατζιδάκις επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά από τις ειδικές σπουδές ιστορικής και συγκριτικής γλωσσολογίας που διεξήγαγε στη Γερμανία κοντά σε μεγάλες προσωπικότητες τής γλωσσικής επιστήμης, θα πρέπει να θυμηθούμε το πνεύμα που επικρατούσε στην αντιμετώπιση της ελληνικής γλώσσας την τελευταία δεκαετία τού 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που καθαρώς ιστορικά φαινόμενα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται μέσα από την αχλύ ενός ρομανικού πνεύματος, που είναι λ.χ. έντονα φανερό στη λογοτεχνία της εποχής και που –πέρα από τις οποιεσδήποτε μιμήσεις δυτικών προτύπων– δικαιώνεται και ως αναζήτηση των ριζών τού ελληνικού Έθνους, ως διασφάλιση της φυσιογνωμίας και των ιστορικών του δικαιωμάτων, τα οποία ξένα συμφέροντα είχαν ήδη θέσει υπό αμφισβήτηση. Έτσι λοιπόν ένα σύνθετο πλέγμα αιτίων, ψυχολογικών (φυγής), εθνικοπολιτικών (επιστροφής στις ρίζες), επιστημονικών (αναζητήσεως επιχειρημάτων για την αντίκρουση ύποπτων θεωριών), ήταν μερικοί από τους λόγους που ωθούσαν γενικότερα στην επιδίωξη μιας απευθείας συνδέσεως τού Νέου Ελληνισμού με τον αρχαίο κόσμο, εις βάρος βεβαίως τού μεσαιωνικού (βυζαντινού) Ελληνισμού, που τον θεωρούσαν ακόμη εστία ορισμένων προβλημάτων.
Η στάση αυτή στον τομέα τής γλώσσας εκπροσωπήθηκε από την περίφημη αιολοδωρική θεωρία, τη διδασκαλία δηλαδή που ξεκινούσε ήδη με την Αιολοδωρική Γραμματική τού Αθανασίου Χριστοπούλου, στηριζόμενη σε συναφείς απόψεις διαφόρων μελετητών τής γλώσσας, από τον Κοραή και τον Κωνσταντίνο Οικονόμο των εξ Οικονόμων μέχρι τον Μιχαήλ Δέφνερ, τον Mullach και τον Δημ. Μαυροφρύδη. Σύμφωνα με τα διδάγματα τής θεωρίας αυτής, η νεοελληνική δημώδης γλώσσα ανάγεται απευθείας στην αρχαία ελληνική γλώσσα, και μάλιστα όχι στην καθολικευθείσα στους χρόνους τής αλεξανδρινής κοινής αττική διάλεκτο, αλλά στις πιο αρχαιοπινείς από της αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, την αιολική και τη δωρική (απ’ όπου και η ονομασία «αιολοδωρική»).
Ο Χατζιδάκις, με τη διδασκαλία και τα δημοσιεύματά του, πέτυχε να γκρεμίσει βαθμηδόν τα είδωλα τής γλώσσας, στα οποία πίστευαν μέχρι τότε, και να οικοδομήσει στη θέση τους «Ναό» τής γνήσιας επιστήμης τής γλώσσας. Γιατί ο Χατζιδάκις με το επιστημονικό του έργου δεν κατέλυσε απλώς τα αιολοδωρικά είδωλα, αλλά αποκατέστησε το αληθινό πρόσωπο τής γλώσσας μας, δείχνοντας τις ρίζες τής καταγωγής της, την αδιάσπαστη συνέχειά της και τον τρόπο που πρέπει να μελετώνται τα φαινόμενα τής ιστορίας και τής δομής τής γλώσσας μας.
Και ως προς μεν την καταγωγή τής Ελληνικής απέδειξε, αντίθετα προς τα διδασκόμενα μέχρι τότε, πως η σύγχρονη ομιλουμένη Ελληνική, η δημώδης προφορική παράδοση αλλά και η λόγια γραπτή μας γλώσσα συναποτελούν τη φυσική συνέχεια τής μεσαιωνικής (βυζαντινής) γλωσσικής μας παράδοσης, που, με τη σειρά της, δεν είναι παρά η φυσική, αβίαστη εξέλιξη τής προγενέστερης φάσεως τής Ελληνικής, τής Αλεξανδρινής Κοινής. Αυτή η γλώσσα, ξεκινώντας από τον 3ο π.Χ αι. και έχοντας ως βάση την αττική διάλεκτο, απλοποιημένη και οικονομικότερα διαρθρωμένη στη δομή της, για να χρησιμοποιηθεί ως όργανο επικοινωνίας μεγάλων πληθυσμιακών μαζών που ξεπερνούσαν τα όρια του παλιού ελληνικού κράτους, απετέλεσε σε μια πιο ενοποιημένη μορφή τη φυσική διάδοχο κατάσταση τής παλιότερης, διαλεκτικά διαφοροποιημένης γλώσσας που χαρακτήριζε την κλασική Ελλάδα. Με άλλα λόγια, ο Χατζιδάκις έπεισε ότι η σύγχρονη προφορική ελληνική γλώσσα δεν έπαυσε ποτέ να αποτελεί όργανο εκφράσεως τού Ελληνισμού στις μακραίωνες ιστορικές εξελίξεις του και, το σπουδαιότερο, ότι, αντί να κάνει κανείς άλματα –άγνωστα στην αδιάκοπη ιστορική παρουσία τού Ελληνισμού–, είναι επιστημονικά επιβεβλημένο να ανακαλύπτει τους ιστορικούς δεσμούς μεταξύ αρχαίας και νέας ελληνικής γλώσσας μέσα από τη φυσική της εξέλιξη.


2. Σταθμοί τού επιστημονικού του έργου
Αν έπρεπε να σταθεί κανείς ενδεικτικά σε ορισμένα ορόσημα τού εκπληκτικού έργου τού Χατζιδάκι, που ανέρχεται σε 650 δημοσιεύματα, δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει χωρίς λίγα λόγια τα εξής τουλάχιστον δημοσιεύματα:
1) Τη διδακτορική διατριβή του, πού υπεβλήθη στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών το 1881, με τίτλο: Περὶ τῶν εἰς -ους Συνηρημένων τῆς Β΄ Κλίσεως καὶ τῶν εἰς -ος Οὐδετέρων Ὀνομάτων τῆς Γ΄ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλληνικῇ. Πρόκειται για το πρώτο επίσημο δείγμα τής επιστημονικής εργασίας τού Γ. Χατζιδάκι, ένα μόλις έτος αφού είχε επιστρέψει από τις μεταπτυχιακές σπουδές στη γλωσσολογία που είχε πραγματοποιήσει στα Πανεπιστήμια τής Λειψίας, τής Ιένας και τού Βερολίνου.
Η διατριβή αυτή, γραμμένη σε αρχαΐζουσα γλώσσα (όπως απαιτείτο τότε για διδακτορικές διατριβές που υποβάλλονταν στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, όπου κυριαρχούσε η φυσιογνωμία τού Κόντου, διδασκάλου τού Γ. Χατζιδάκι), σημειώνει την επίσημη εμφάνιση τού Χατζιδάκι στον επιστημονικό στίβο. Στο δημοσίευμα αυτό, που απαρτίζεται από 15 μόλις σελίδες (!) –έκταση διατριβής που μόνο από εξαιρετικές επιστημονικές συμβολές ορισμένων κλάδων των θετικών επιστημών είναι γνωστή–, ο Χατζιδάκις επέλεξε δύο προβληματικές κατηγορίες τού ονοματικού συστήματος, τα ουσιαστικά τού τύπου ο νους και τα πολλά τριτόκλιτα ουδέτερα σε -ός (γένος, έθνος κ.τ.ό), για να δείξει πώς πρέπει να εξετάζονται και να ερμηνεύονται επιστημονικά οι μεταβολές που συντελούνται μέσα σε ένα γλωσσικό σύστημα.
2) ʼλλος σημαντικός σταθμός στην επιστημονική ανέλιξη τού Γ. Χατζιδάκι, αλλά και τής γλωσσικής επιστήμης γενικότερα, είναι η υπό τον τίτλο Περὶ Φθογγολογικῶν Νόμων καὶ τῆς Σημασίας Αὐτῶν εἰς τὴν Σπουδὴν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς διατριβή «επί υφηγεσία» τού Χατζιδάκι, πού υπεβλήθη προς κρίση δύο χρόνια αργότερα, το 1883. Και αυτής η περιορισμένη έκταση (57 σ.) είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τη σημασία των προβλημάτων που πραγματεύεται και επιλύει.
Ξεκινώντας από τα θεμέλια τής μεθοδολογίας ανάλυσης τής γλώσσας, τους περίφημους φωνητικούς νόμους των νεογραμματικών, εξετάζει ποιοι φωνητικοί νόμοι οδήγησαν στον απαρτισμό της φωνολογικής δομής της νεοελληνικής γλώσσας. Η σπουδαιότητα τής πραγματείας αυτής τού Χατζιδάκι συνίσταται στο ότι για πρώτη φορά στον ελληνικό χώρο διδάσκεται πώς η σύγχρονη τής εποχής εκείνης επιστήμη τής γλώσσας ερμηνεύει τις φωνητικές μεταβολές, αποκαλύπτοντας την τάξη και την κανονικότητα πίσω από τη φαινομενική πολυμορφία, ανομοιομορφία και αταξία των διαφόρων γλωσσικών τύπων.
3) Το έργο όμως που καθιέρωσε τον Γ. Χατζιδάκι –τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή επιστημονικό χώρο– είναι η περίφημη Einleitung in die neugriechische Grammatik (Εισαγωγή στην Νεοελληνική Γραμματική), που δημοσιεύτηκε γερμανιστί στη Λειψία το 1892, στην περίφημη σειρά «Βιβλιοθήκη των Ινδοευρωπαϊκών Γραμματικών». Η Εισαγωγή είναι το έργο όπου θεμελιώνονται για πρώτη φορά με πληρότητα οι θεωρητικές αρχές σπουδής τής Νέας Ελληνικής και αντιμετωπίζονται τα καίρια προβλήματα τής γλώσσας μας.
Η Εισαγωγή περιλαμβάνει τρία μεγάλα κεφάλαια, όσες είναι και οι θεματικές περιοχές τις οποίες μια για πάντα θέλει να ξεκαθαρίσει ο Χατζιδάκις, για να μπορεί εφεξής να γίνεται επιστημονική σπουδή τής νέας ελληνικής γλώσσας. Στο 1ο Κεφάλαιο, που επιγράφεται «Σκοπός και Μέθοδος Έρευνας τής Νεοελληνικής Γλώσσας», για πρώτη φορά αποδεικνύεται ότι η έρευνα τής Ελληνικής πρέπει να στηρίζεται στη διπλή παράδοση τής γλώσσας μας, την προφορική και τη γραπτή. Το δίδαγμα αυτό, που σήμερα ηχεί στα αφτιά μας ως αυτονόητο και ως κοινός μάλλον τόπος, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την εποχή που υποστηρίχτηκε, στο ξεκίνημα δηλαδή τής σπουδής τής νεοελληνικής γλώσσας, οπότε αρκετοί ερευνητές, με επικεφαλής τον Ψυχάρη, πίστευαν περιέργως ότι η έρευνα τής Ελληνικής έπρεπε να στηρίζεται εξ ολοκλήρου στη γραπτή παράδοση, και μάλιστα στα όψιμα μεσαιωνικά κείμενα. Μ’ ένα πλήθος από παραδείγματα, που φανερώνουν την εκπληκτική γνώση του στον χώρο των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων, ο Χατζιδάκις απέδειξε ότι μέγιστος αριθμός φαινομένων τής ιστορίας και τής δομής τής γλώσσας μας θα παραμείνει τελείως απρόσιτος και άγνωστος, αν δεν ληφθεί υπ’ όψιν το υλικό τής πλούσια, ζωντανής προφορικής μας παράδοσης. Το δεύτερο αυτό σημείο, η αρχή τής έρευνας των φαινομένων τής νεοελληνικής γλώσσας, που στην πραγματικότητα συμπίπτει με το θέμα τής προέλευσής της, απασχολεί ιδιαίτερα τον Χατζιδάκι τόσο σ’ αυτό όσο και στα επόμενα Κεφάλαια. Ειδικότερα στο Κεφάλαιο αυτό επιμένει και θεμελιώνει μεθοδολογικά την αρχή ότι η αφετηρία των περισσοτέρων φαινομένων τής δομής τής Νέας Ελληνικής δεν ανάγεται στη μεσαιωνική περίοδο, και μάλιστα στους μετά τον 11ο αι. χρόνους, όπως πίστευαν άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο Ψυχάρης, αλλά πολύ νωρίτερα, στους χρόνους τής Αλεξανδρινής Κοινής, οπότε τα χαρακτηριστικά που κυρίως διακρίνουν τη νεοελληνική γλώσσα. Το 2ο Κεφάλαιο, με τίτλο «Η Προέλευση τής Μεσαιωνικής και τής Νέας Ελληνικής», ο Χατζικάκις αφιερώνει σ’ έναν εξονυχιστικό έλεγχο των διδαγμάτων τής αιολοδωρικής θεωρίας, συζητώντας μία προς μία τις «επιβιώσεις» αιολοδωρικών και προελληνικών (πελασγικών) και ινδοευρωπαϊκών ακόμη (!) στοιχείων στη σύγχρονη Ελληνική, τις οποίες αποδεικνύει ως στερούμενες επιστημονικής βάσεως, διδάσκοντας συγχρόνως την ορθή ερμηνεία καθενός από αυτά τα φαινόμενα. Τέλος, στο 3ο Κεφάλαιο, με τίτλο «Ο Απαρτισμός τής Νεοελληνικής», εξετάζει τις μεγάλες δομικές μεταβολές που χαρακτηρίζουν τη νεοελληνική γλώσσα, ερμηνεύοντας συστηματική την προέλευσή τους. Στο Κεφάλαιο αυτό, ειδικά ως προς τις επιδράσεις των ξένων γλωσσών στη διαμόρφωση τής Νέας Ελληνικής, ο Χατζιδάκις επιλέγει (ΜΝΕ, τ. 1, σ. 480):
«Οὕτω μανθάνομεν ὅτι καθόλου εἰπεῖν ἡ νεωτέρα ἡμῶν γλῶσσα διεμορφώθη πρὸ τοῦ 10ου αἰῶνος, τ.ἔ. πρὸς τῆς ἐπικοινωνίας ἡμῶν πρὸς τοὺς Σλαύους, Ἰταλοὺς καὶ Τούρκους, καὶ δὴ πάντα τὰ λεγόμενα περὶ ἐπιδράσεως ἐπ’ αὐτὴν τῶν ξένων γλωσσῶν, οἷον τῆς σλαυικῆς, ἰταλικῆς, τουρκικῆς κ.λπ., εἶναι παρὰ τὴν ἱστορίαν.»
Ο απόηχος των εντυπώσεων που προκάλεσε στο διεθνές επιστημονικό κοινό η Εισαγωγή τού Χατζιδάκι φαίνεται χαρακτηριστική στα λόγια ενός μεγάλου ελληνιστού, τού Aug. Heisenberg, που ως μέλος τής Ακαδημίας τού Βερολίνου έγραφε για την ογδοηκονταετηρίδα τού Χατζιδάκι:
«Ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ὑπερηφανεύεται, διότι Ἕλλην ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος κατανοήσας σαφῶς καὶ καθαρῶς τὴν ἀρχήν, τὴν ψυχὴν καὶ τὸν βίον τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἡμεῖς οἱ Γερμανοὶ αἰσθανόμεθα εὐγνωμοσύνην ὅτι ἡ Einleitung, τὸ κλασσικὸν τοῦτο μνημεῖον τῆς ἐπιστήμης ἐγράφη γερμανιστί».
Η Εισαγωγή τού Χατζιδάκι ανήκει στα έργα που «γράφουν» ιστορία στην επιστήμη. Εκτιμώντας σήμερα τα αποτελέσματα από τη δημοσίευσή της, μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής: 1) Με το έργο αυτό θεμελιώθηκε στην Ελλάδα η γλωσσική επιστήμη, η οποία, αξίζει να σημειωθεί, παρά τη σύγχυση και τη δυσμενή κατά την εποχή εκείνη αντίληψη για καθετί το «νεοελληνικό» (λογοτεχνία, φιλολογία, γλώσσα κ.λπ.), ξεκίνησε από την έρευνα τής νεοελληνικής γλώσσας, για να περάσει μετά και στην αρχαία. 2) Αποκαταστάθηκαν η φυσιογνωμία, η ταυτότητα, η προέλευση και τα ιστορικά δικαιώματα τής νεοελληνικής γλώσσας, που μέχρι τότε υποτιμούσαν οι ειδικοί και κακοποιούσαν οι ερασιτέχνες τής επιστήμης. 3) Επεβλήθη εντός και εκτός των ορίων τής Ελλάδος το θεωρητικό δίδαγμα τού Χατζιδάκι περί τού ενιαίου χαρακτήρα τής ελληνικής γλώσσας: «ὅ,τι ἡ διαίσθηση τοῦ σοφοῦ Κοραῆ διεκήρυσσε πρώτη, πὼς «ὅποιος χωρὶς τὴν γνῶσιν τῆς ἀρχαίας ἐπιχειρεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν νέαν ἑλληνικῆς ἢ ἀπατᾶται ἢ ἀπατᾶ», με τον Χατζιδάκι ανυψώθηκε σε απαράβατη μεθοδολογική αρχή, την οποία κανείς πια δεν μπορούσε να αγνοήσει στην έρευνά του• έτσι θεμελιώθηκε ό,τι είναι γνωστό ως «Σχολή τού Γ. Χατζιδάκι», που δεν είναι άλλο από την έμπρακτη εφαρμογή στην έρευνα τής γλώσσας τής θεωρητικής και μεθοδολογικής αυτής αρχής του. 4) Δημιουργήθηκε ένα έντονο ενδιαφέρον για την έρευνα τής νεοελληνικής γλώσσας, η οποία τότε για πρώτη φορά «ανεκαλύπτετο», και η οποία συγκέντρωνε δύο βασικά χαρακτηριστικά: αποδεικνυόταν πλέον για τους ελληνιστές απαραίτητο σκέλος για την εις βάθος έρευνα τής αρχαίας και τής μεσαιωνικής Ελληνικής, ενώ στους γλωσσολόγους προσφερόταν λαμπρό παράδειγμα έρευνας τής εξελίξεως μιας φυσικής πολιτισμικής γλώσσας με αδιάκοπη γραπτή και προφορική παράδοση• πρακτική εφαρμογή τού ενδιαφέροντος αυτού για τη νεοελληνική γλώσσα είναι η ίδρυση εδρών έρευνας και διδασκαλίας τής Νέας Ελληνικής σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και η ενασχόληση με τη σπουδή τής Νεοελληνική πλήθους επιστημόνων, όχι μόνον Ελλήνων αλλά και ξένων. Αυτά τα αποτελέσματα τής επιστημονικής προσφοράς τού Γ. Χατζιδάκι περιγράφονται πολύ εύστοχα και παραστατικά από τον Heisenberg, στη συγχαρητήρια επιστολή τής Ακαδημίας τού Βερολίνου, διά των εξής:
«Εἰς ὑμᾶς ἀνήκει ἄνευ τινὸς ἀντιζήλου ἡ δόξα ὅτι τὴν ἱστορικὴν ἔρευναν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης τοῦ μεσαῖωνος καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων ἀνυψώσατε ἐκ τῶν βυθῶν τῆς ἐρασιτεχνίας καὶ τῆς ἀμεθοδίας εἰς τὴν τάξιν ἐπιστήμης πληρούσης ὅλους τοὺς συγχρόνους ἐπιστημονικούς ὅρους. Οὐδεὶς ὑπερήσπισε τόσον ἐνεργῶς καὶ ἐπιτυχῶς, ὅπως ὑμεῖς, τὴν ἀδιάσπαστον ἑνότητα ἁπάσης τῆς ἱστορίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου μέχρι τῶν νεωτάτων διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἀπέδειξε τελειωτικῶς ταῦτα διὰ τόσον διδακτικοῦ παραδείγματος πλουσίας καὶ λεπτομεροὺς ἐρεύνης. Ἡ τέχνη τῆς ἀμοιβαίας διαφωτίσεως, τὴν ὁποίαν σεῖς γνώστης τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς νεωτέρας γλώσσης γνωρίζετε καὶ δεξιῶς διδάσκετε, καθιστᾶ εὐγνώμονας μαθητάς σας οὐχὶ μόνον τοὺς γλωσσολόγους, ἀλλὰ καὶ τοὺς φιλολόγους […]. Ὡς διεθνῶς φήμης ἐρευνητὴς [als ein Forscher von internationalem Range], ἀνυψώσατε πάντοτε διὰ τῆς δράσεώς σας τὴν ὑπόληψιν τῆς ἑλληνικῆς ἐπιστήμης.»

3. Η θέση τού Χατζιδάκι στο γλωσσικό ζήτημα
Χωρίς να διεκδικεί πληρότητα η παρουσίαση αυτή τού έργου τού μεγάλου γλωσσολόγου, θα ήταν οπωσδήποτε λειψή, αν δεν γινόταν μια σύντομη έστω μνεία για την τοποθέτηση τού Γ. Χατζιδάκι απέναντι στο περιλάλητο γλωσσικό ζήτημα. Θλιβερό προνόμιο των μεγάλων προσωπικοτήτων στους χώρους τής πολιτικής ζωής, τής επιστήμης, τής τέχνης κ.α. είναι να υπόκεινται συχνά σε παρερμηνείες και παρεξηγήσεις, σε αντιφατικές εκτιμήσεις και κρίσεις, ανάλογα με τις επιθυμίες και τις προσδοκίες των κριτών τους μάλλον, παρά σύμφωνα με τους σκοπούς, τις προθέσεις και τις επιδιώξεις των κρινομένων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων αντιφατικών κρίσεων υπήρξε ο Γ. Χατζιδάκις. Ο εθνικός αυτός αγωνιστής, που όχι μόνο στη μεγάλη επανάσταση τής Κρήτης τού 1866-1869, σε ηλικία 18 ετών, αλλά και ως τακτικός καθηγητής τού Πανεπιστημίου Αθηνών, σε ηλικία 49 ετών, κατέβηκε εθελοντής και πολέμησε τους Τούρκους στον νέο ξεσηκωμό τού νησιού το 1987, έφθασε να κατηγορηθεί ως «ανθενωτικός», όταν τόλμησε να διδάξει την επιστημονική αλήθεια, ότι η σημερινή προφορά τής ελληνικής γλώσσας είναι τελείως διαφορετική από τον τρόπο που προέφεραν οι αρχαίοι Έλληνες την ελληνική γλώσσα και ότι ο χώρος τής προφοράς, δηλαδή τής φωνολογικής δομής τής ελληνικής γλώσσας, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόδειξη για την ελληνικότητα των Ελλήνων. Αυτός ο υπέρμαχος τής παράδοσης και τής συνέχειας τού Ελληνισμού, ο ιδρυτής τής θεωρίας περί τού ενιαίου, αδιάσπαστου χαρακτήρα τής ελληνικής γλώσσας, κατηγορήθηκε ομοίως ως «αρνητής τής παραδόσεως» και «διασπαστής τής συνέχειας» τού ελληνικού έθνους. Έφθασε μάλιστα να τού ζητηθεί να ανακαλέσει δημόσια όσα είπε, όταν θεώρησε χρέος του να αντιταχθεί στο κήρυγμα τού αρχαϊσμού και να υποστηρίξει τα ιστορικά δικαιώματα τής νεοελληνικής γλώσσας διδάσκοντα:
«Διατί δὲ ἡμεῖς καὶ καλὰ ὀφείλομεν νὰ μεταβάλλωμεν διαρκῶς τὴν γραφομένην ἡμῶν γλῶσσαν, μέχρις οὗ ἐφαρμόσῃ πρὸς τὴν ἀρχαίαν; Ποῦ κεῖται τὸ ἃγιον ἐν τῇ ἀρχαίᾳ, τὸ καθιστῶν ἀναγκαίαν τὴν ταύτισιν; Ἡ ταύτισις αὕτη θὰ ἦτο καθ’ ἡμᾶς μεγάλη ἐθνικὴ συμφορά. Λοιπὸν μὴ περαιτέρω πρὸς τὸν ἐξαρχαϊσμὸν τῆς γλώσσης• ἀναγνωσθήτω καὶ τῇ νέα γλώσσῃ κῦρος». Όπως και όταν ύψωνε τη φωνή του εναντίον των αρχαϊστών, για να διδάξει πως:
«αἱ φράσεις βάρβαρον, διεφθαρμένον, ἐλεεινόν ἰδίωμα ἢ διάλεκτος ἢ γλῶσσα λεγόμεναι ἐπὶ τῆς δημώδους ἁπλῆς λαλουμένης ἡμῶν γλώσσης εἶναι καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἡμαρτημέναι. Εἶναι ἀσέβεια καὶ ἄκρα καταισχύνη νὰ ὀνομάζωμεν τὸ ἀπὸ 15 καὶ πλέον αἰώνων πνευματικὸν ὄργανον τοῦ ἔθνους ἡμῶν βάρβαρον καὶ διεφθαρμένον».
Και ακόμη:
«Ἄτοπος εἶναι ὁ λόγος ὁ πολλάκις προφερόμενος, ὅτι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ φαινόμενον “εἶναι τοῦ λαοῦ”, “εἶναι χυδαῖον”, “ἐπλάσθη ὑπὸ ἀμαθῶν, ἑπομένως δὲν ἔχει λόγον” […]. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τοὺς ταῦτα προφέροντας ὅτι πολλῷ μείζων κανονικότης καὶ τάξις παρατηρεῖται ὑπὸ τῶν ἐπιμελῶν ἐξεταστῶν ἐν τῇ γλώσσῃ ἐκείνου τοῦ χωρικοῦ, ὅστις οὐδέποτε ἀνέγνωσε βιβλίον οὐδ’ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς κώμης αὐτοῦ ἢ ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ ἐν Ἀθήναις ὑφ’ ἡμῶν λαλουμένη. […] ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἄλογος καὶ ἀκανόνιστος…».
Τέλος, για να έλθουμε στο γλωσσικό, ο κατεξοχήν, ο πρώτος και κύριος επιστημονικός μελετητής τής δημοτικής, αυτός που διέλυσε, όπως είδαμε, τους μύθους για την προέλευση τής Νέας Ελληνικής και αποκατέστησε το ιστορικό της πρόσωπο, αυτός που μελέτησε όσο κανείς άλλος τη δομή και την ιστορία της, τις διαλεκτικές της εκφάνσεις, αυτός που εδραίωσε τη μελέτη όλων των επιπέδων τής δομής της, από τη φωνητική και τη μορφολογία μέχρι το λεξιλόγιο και τη σύνταξη, αυτός στον οποίο παρέπεμπαν, παραπέμπουν και θα παραπέμπουν πάντοτε για κάθε ζήτημα δομής τής δημοτικής γλώσσας, ο άνθρωπος αυτός θεωρήθηκε «πολέμιος τής δημοτικής»! Αλλά τέτοιοι «πολέμιοι» τής δημοτικής, αν δεν απατώμαι, είναι τελικά πολύ χρησιμότεροι –θεωρητικά και πρακτικά– από πολλούς άλλους «φίλους» τής δημοτικής, που τους φέρνει κοντά στη γλώσσα τού λαού (ενός λαού τον οποίο συχνά αγνοούν ή πολύ λίγο γνωρίζουν) μια νεφελώδη ρομαντική ροπή, χωρίς αληθινή αγάπη, βαθύτερη γνώση και βίωση τής γλώσσας αυτής.
Δεν είναι στις προθέσεις τού ομιλούντος να θεωρήσει τον σοφό επιστήμονα αμέτοχο ενός βαθμού ευθύνης, ευθύνης που γίνεται μεγαλύτερη λόγω τού ασυναγώνιστου επιστημονικού κύρους τού Χατζιδάκι, ευθύνης για τη μη έγκαιρη αναγνώριση τής προφορικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας τού έθνους, με όλες τις συνέπειες που επάγεται για την κοινωνικοπολιτική και παιδευτική κατάσταση ενός λαού μια τέτοια καθυστέρηση. Οπωσδήποτε, όμως, θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να κρίνουμε τον Γ. Χατζιδάκι με τα σημερινά δεδομένα, με την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και τη μορφή που έχει πάρει η νεοελληνική γλώσσα σήμερα, μετά έναν περίπου αιώνα από την οξύτητα τού γλωσσικού. Ποιες ήταν, στην πραγματικότητα, οι «επιλογές» –για να χρησιμοποιήσω έναν σύγχρονο όρο– που είχε ο Χατζιδάκις και οι σύγχρονοί του για μιαν επίσημη γλώσσα του Έθνους; Ήταν η δημοτική, ή καλύτερα η νεοελληνική γλώσσα, με την εκφραστική δύναμη που έχει σήμερα μετά από τη χρησιμοποίησή της ως κύριου οργάνου τής λογοτεχνίας, μετά από τη διδασκαλία της στα σχολεία, μετά από τη βαθμιαία σύνθεσή της με μιαν απλοποιημένη μορφή λόγιας γλώσσας που χρησιμοποίησαν βαθμηδόν οι γλωσσικά αφανάτιστοι Έλληνες στον γραπτό τους λόγο, μετά από τη σύνθεση που, ασυνείδητα, αβίαστα, και φυσικά από καθαρώς επικοινωνιακές ανάγκες, επήλθε στο στόμα των απλών ανθρώπων;
Δεν νομίζω πως θα μπορούσε κανείς να προβάλει τέτοιον ισχυρισμό. Η δημοτική των χρόνων τού Χατζιδάκι ήταν μία μορφή γλωσσικής επικοινωνίας που εκινείτο μεταξύ μιας γνήσιας λαϊκής έκφρασης η οποία δεν είχε βρει ακόμη τον δρόμο της μέσα στο κλίμα τής συγχύσεως που επικρατούσε για την ορθή χρήση τής γλώσσας, και μιας λαϊκιστικής (όχι λαϊκής) όσο και ρυθμιστικής μορφής γλώσσας, που την αποτελούσε μια σειρά συνταγών ορισμένων καλοπροαίρετων, αλλά εξωπραγματικών θεωρητικών, που νόμιζαν πως είχαν υποχρέωση να υπαγορεύουν στον φορέα τής γλώσσας, στον ίδιο τον λαό, πώς πρέπει να μιλάει και τι επιτρέπεται να λέει… Ήταν λογικό, λοιπόν, να πιστεύεται –χωρίς αυτό να σημαίνει πως ήταν και ορθό– ότι η μορφή δημοτικής γλώσσας, που ως γραπτή γλώσσα ήταν τότε κυρίως γνωστή από τα δημοτικά τραγούδια, από ορισμένα παλιότερα έργα τοπικών λογοτεχνικών Σχολών και από έναν περιορισμένο κύκλο αξιόλογων λογοτεχνών, μιας μορφής γλώσσας που ακόμη λόγω των προηγηθεισών αρχαϊστικών τάσεων, τής άκαμπτης λόγιας παραδόσεως, τής αχρηστίας ακόμη τής δημοτικής σε συνθετότερες μορφές επικοινωνίας και τής, ως εκ τούτου, ελλείψεως τού λεξιλογίου, κυρίως τού απαιτούμενου για τέτοιες μορφές επικοινωνίας, απείχε πολύ από τη μετέπειτα γνωστή μας νεοελληνική γλώσσα (δηλαδή τη δημοτική με όλες τις λόγιες επιδράσεις που ασκήθηκαν εν τω μεταξύ σε όλα τα επίπεδα τής δομής της και κυρίως στο λεξιλόγιο), ήταν λογικό –επαναλαμβάνω– να πιστεύεται πως μια τέτοια μορφή γλώσσας δεν ήταν ακόμη το καταλληλότερο όργανο για να χρησιμοποιηθεί ως επίσημη γλώσσα τής εκπαίδευσης, τής διοίκησης, τής επιστήμης και των λοιπών μορφών τής γραπτής κυρίως επικοινωνίας.
Η αδύνατη πλευρά τής θέσεως τού Χατζιδάκι ήταν, κατά τη γνώμη μου, όχι ίσως τόσο η μη υιοθέτηση τής σύγχρονής του γλωσσικής κατάστασης, όσο ο εσφαλμένος εξαρχής αποκλεισμός κάθε σκέψης καθιέρωσης τής δημοτικής ως επίσημης γλώσσας, που στην πράξη σήμαινε και απόρριψη κάθε προεργασίας για μια τέτοια εξέλιξη. Ο Χατζιδάκις δεν πολέμησε τη δημοτική ως μια μορφή τής σύγχρονής του γλωσσικής πραγματικότητας, στην οποία αναγνώριζε πλήρη δικαιώματα σε ορισμένους τομείς επικοινωνίας, όπως η λογοτεχνία• αντιτάχθηκε στην καθιέρωσή της ως επίσημης γλώσσας τού Έθνους, μέχρις ότου επέλθει βαθμιαία σύνθεση των δύο γλωσσικών μορφών και απαρτισμός κοινής, ενιαίας γλώσσας. Και αυτό μεν συνέβη με το πέρασμα τού χρόνου και τη στάση των απροκατάληπτων Ελλήνων, που στην πλειοψηφία τους στάθηκαν –συναισθηματικά, όχι τόσο λογικά– κοντά στη μητροδίδακτη γλώσσα, ο σοφός όμως γλωσσολόγος, με το απέραντο κύρος και τον μοναδικό θεωρητικό οπλισμό, δεν βοήθησε, όσο θα μπορούσε, στην προσδοκώμενη σύνθεση των δύο γλωσσικών μορφών.
Ίσως, πάλι, αν είχαμε την τύχη να βρισκόταν κοντά μας και να ακούγαμε από το ίδιο του το στόμα τα επιχειρήματα και τις σκέψεις που τον οδήγησαν στις θέσεις που πήρε, ίσως, επαναλαμβάνω, να ήταν διαφορετική η εκτίμηση για τη στάση του στο γλωσσικό. Κι αφού αυτό δεν είναι δυνατόν, ας κλείσουμε τις λίγες αυτές σκέψεις, ακούγοντας την «απολογία» τού Γ. Χατζιδάκι για το γλωσσικό, όπως τη βρίσκουμε στην Απάντηση που έγραψε στον Krumbacher (σελ. 643). Ίσως πάρουμε κάποια απάντηση σε ορισμένα ερωτήματά μας. Δεν θα διατυπώσουμε κανένα άλλο δικό μας σχόλιο:
«Οὐδέποτε ἤμην ἐχθρὸς καὶ μάλιστα κεκηρυγμένος τῆς δημοτικῆς, ἀλλ’ ἀεὶ τὴν μέσην ἔβαινον ὁδόν, ἀντετάχθην δ’ ἀρχῆθεν κατ’ ἀμφοτέρων τῶν ἄκρων. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν αὐτῇ τῇ πρώτη μου πραγματεία τῷ 1881 ἐξῆρα τὴν κανονικότητα καὶ τάξιν καὶ χρησιμότητα τῆς λαλουμένης, ἐπιστάμενος δ’ ὅμως καὶ τὰς ἐν τῇ ἱστορίᾳ βαθείας ρίζας τῆς γραφομένης, δὲν ἐνόμισα φρόνιμον ν’ ἀναλάβω πόλεμον κατ’ αὐτῆς καὶ δι’ αὐτὸ προσέθηκα ὅτι τὸ γλωσσικὸν λεγόμενον ζήτημα παρ’ ἡμῖν θεωρῶ ὅλως διάφορον τῆς ἐρεύνης τῆς νέας Ἑλληνικῆς… Ἐν τῷ πολυμόχθῳ ἀγῶνι ὑπὲρ τῆς συλλογῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μελέτης τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης ἤλπιζον μὲν ὅτι ἔμελλον νὰ τύχω τῆς βοηθείας ἄλλων τε καὶ αὐτῶν τούτων τῶν ὑπὲρ τῆς δημώδους κοπτομένων, ἐφρόνουν δ’ ὅτι ἀφοῦ οὔτε τῶν καθαριστῶν λεγομένων οὔτε τῶν δημοτικῶν τὸν σκοπὸν παραβλάπτω, θὰ ἐτύγχανον τουλάχιστον ἡσυχίας παρ’ ἑκατέρων. Ἀλλὰ μετὰ μεγάλης μου λύπης ἀναγκάζομαι νὰ ὁμολογήσω ὅτι παρὰ μὲν τῶν καθαρευόντων βοήθειαν μικρὰν μέχρι τοῦδε εὗρον, παρὰ δὲ τῶν τῆς λαλουμένης αὐτοκαλουμένων ὀπαδῶν οὐδὲ ἀνοχῆς ἔτυχον, ἀλλὰ τοὐναντίον μομφῶν καὶ κατηγοριῶν ὅλως ἀπροσδοκήτων! Καὶ ὅμως, ἂν μὴ παντάπασι σφάλλωμαι, διὰ τῶν ἔργων μου τούτων τοῖς μὲν ἀσπαζομένοις τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ συγγράφωσιν εἰς αὐτὴν παρέχω μεγάλας ὑπηρεσίας, τοῦτο μὲν καθιστῶν αὐτοῖς προσιτωτέρους καὶ γνωστοτέρους τοὺς ποιητικούς, λεξιλογικούς, φρασιολογικούς, τυπικούς, συντακτικούς κ.λπ. αὐτῆς θησαυρούς, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύων αὐτοῖς ὅτι τὰ κατὰ τὴν γραφομένην ἔχουσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν αἰώνων βαθείας τὰς ρίζας καὶ μεγάλας τὰς αἰτίας, καὶ δὴ ὅτι ζήτημα ἱστορικὸν μακραῖον καὶ οὔτω βαθέως ἐρριζωμένον ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει δὲν δύναται νὰ λυθῇ ὅπως φαντάζονται, διὰ πραξικοπήματος, ἀλλ’ ἀνάγκη ἐπιμόνου καὶ συστηματικῆς καὶ μεθοδικῆς ἐργασίας. Εἰς δὲ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς γραφομένης καταδεικνύω ὅτι τὰ περὶ ἀναστάσεως τῆς ἀρχαίας ἄλλοτε ὄνειρά τινων ἐξηλέγχθησαν ἀπὸ πολλοῦ φροῦδα, ὅτι ὁ ὑπερβολικὸς αὐτῶν ζῆλος πολλὰ ἔσχε μέχρι τοῦδε τὰ πλημμελήματα, ὅτι αὐτοὶ οὖτοι διὰ τῶν ὑπερβολῶν αὐτῶν παρέχουσιν ὅπλα εἰς τοὺς ἀντιπάλους των, ὅτι καλὸν θὰ εἶναι νὰ παύσωσι τουλάχιστον πρὸς καιρὸν ἐπὶ τὸ ἀρχαϊκώτερον μεταβάλλοντες τὸν γραπτὸν ἡμῶν λόγον…
Πᾶς ἀμερόληπτος κριτὴς θὰ μοι ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ στάσις μου αὕτη ἀπέναντι τῶν τε διαμαχομένων μερίδων καὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶναι ὅλως δικαία. Ἀλλ’ ὅμως, καθὰ ὁ παλαιὸς Σόλων οὔτε τοὺς εὐπατρίδας οὔτε τοὺς δημοκρατικοὺς διὰ τῆς δικαίας νομοθεσίας του ηὐχαρίστησεν, οὔτως ἔπαθον καὶ ἐγώ‧ ἑκάτεροι ἀξιοῦντες νὰ ὺποστηρίζω μόνον αὐτῶν τὰς γνώμας καὶ ἀποτυχόντες ὥρμησαν ἐπ’ ἐμέ• οὕτως ἄλλος μὲν ἔγραψεν ὅτι προτείνω στάσιν τῆς γλωσσικῆς ἀναπτύξεως (πβ. Ἀθηνᾶς τ. 2, σ. 139), ἄλλος ὅτι ἐπιτρέπων καὶ τὴν χρῆσιν τῆς δημοτικῆς ἐπιφέρω σύγχυσιν (αὐτ., τ. 3, σ. 259) καὶ ἄλλος πάλιν ὅτι ὑποστηρίζω μόνην τὴν γραφομένην, τὴν δὲ λαλουμένην ἐπιθυμῶ παλαιοντολογικὸν ὀρυκτόν, καὶ ὅτι, ἀφοῦ οὔτε ἐγὼ γράφω οὔτε ἄλλοις συνιστῶ τὴν ἀποκλειστικὴν αὐτῆς χρῆσιν ἐν τῷ γραπτῷ λόγῳ, οὐδένα λόγον ἔχουσιν αἱ περὶ αὐτὴν ἀσχολίαι μου, καὶ ἄλλοι δὲ οὐκ ὁλίγοι ἑκατέρας μερίδος ἐξέφρασάν μοι προφορικῶς παράπονα, ὅτι κλίνω πρὸς τοὺς ἐναντίον αὐτῶν κ.τ.τ. Πάντα δὲ ταῦτα εἰς ἐμὲ οὐδὲν ἄλλο φαίνονται δηλοῦντα ἢ ὅτι, ὅπως συνήθως ἐν τῷ κόσμῳ οὕτω καὶ ἐν τῷ παρόντι ζητήματι, ἡ ἀλήθεια κεῖται παρ’ οὐδετέροις, ἀλλ’ ἐν τῇ χρυσῇ μέσῃ ὁδῷ…
Ὀ Σόλων εἶπεν ὅτι ἔθηκε τοὺς δυνατοὺς ἀρίστους νόμους καὶ ὁ ἀοίδιμος Κοραῆς ἐδιδαξέ που ὅτι παρὰ τῶν ἀνθρώπων δίκαιον εἶναι νὰ ζητῇ τις μόνον ὅ,τι αἱ περιστάσεις ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτοὺς νὰ πράξωσι. Κατὰ ταῦτα λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι ἔπραξα ὅτι οἱ χρόνοι καθ’ οὓς ἦλθον ἐπὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνόμιζον ὅτι ἐπέτρεπον εἰς ἐμέ.»

4. Επιλεγόμενα
Δεν έχω τη δυνατότητα εδώ να αναφερθώ στις πολυάριθμες επιστημονικές εταιρείες που ίδρυσε ο Χατζιδάκις στην Ελλάδα, στα περιοδικά που διηύθυνε και ελάμπρυνε με τα δημοσιεύματα του, στο ξεκίνημα τού Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής από την Ακαδ



« επιστροφή


2009 - 2021 | | |  RSS |
Powered by Webiz